Οδοιπορικό στην Μονή Μακραλέξη, Κάτω Λάβδανη Πωγωνίου

Share

Βρίσκεται στις πλαγιές της Μουργκάνας, σε υψόμετρο 1100 μέτρων περίπου, πάνω από το χωριό Κάτω Λάβδανη Πωγωνίου.

Είναι Σταυροπηγιακή Μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και δυστυχώς ένα από τα πολλά ιστορικά βυζαντινά μοναστήρια που βρίσκονται εγκαταλειμμένα πλέον, στη καρδιά της Ηπείρου.

Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε η Μονή δεν είναι εξακριβωμένο αλλά υπάρχουν διάφορες αναφορές για αυτό.

Ορισμένες λένε ότι αυτό έγινε επί εποχής της ηγεμονίας του Κωνσταντίνου Δ΄ (7ος αιώνας), άλλες θέλουν το μοναστήρι να κτίστηκε αργότερα επί των ημερών του Κωνσταντίνου Θ΄ του αποκαλούμενου και Μονομάχου (1042 – 1055), και κάποιες που αναφέρουν ως χρονολογία κτίσης του το 1064 ή το 1068, στη νότια πλευρά δε σώζεται επιγραφή, η οποία φέρει τη χρονολογία 1585 ενώ οι τοιχογραφίες της χρονολογούνται από το 1599.

Στο σημείο που κτίστηκε η μονή, σύμφωνα με τη παράδοση υπήρχε παλιότερα ένα ασκηταριό καλογέρων και λέγεται πως κάποτε μια εικόνα της Παναγίας από το χωριό Κωστάνιανη κάθε βράδυ έφευγε από την εκκλησία του χωριού. Το πρωί οι καλόγεροι του ασκηταριού την έβρισκαν στη περιοχή τους, την επέστρεφαν στο χωριό αλλά αυτή την επομένη βρισκόταν και πάλι στο ασκηταριό. Το γεγονός επαναλήφθηκε αρκετές φορές, ώσπου αποφασίστηκε το κτίσιμο της Μονής στο σημείο όπου βρισκόταν η εικόνα.

Ο Παντοκράτορας στο τρούλο
Η είσοδος στον νάρθηκα του Καθολικού

Έτσι επειδή η εικόνα «μακράν είλξε», λέγεται ότι προήλθε και η ονομασία της Μονής Μακαραλέξη (πηγή: Β. Τσιακμάκης «1200 χιλιόμετρα με τα πόδια» εκδ. Νέα Σύνορα).

Μια δεύτερη διαφορετική εκδοχή θέλει την ονομασία της η Μονή να την οφείλει σε κάποιον πιθανό κτίστη της που ονομαζόταν Αλέξης ή Μακραλέξης.

Το μοναστήρι με το πέρασμα των αιώνων εξελίχθηκε σε ένα ισχυρό πνευματικό κέντρο της περιοχής, που ανέπτυξε και κοινωνική δράση.

Το 1568 η Μονή καταστράφηκε από πυρκαγιά για να ανακαινιστεί λίγα χρόνια αργότερα το 1585 ενώ στην ακμή του φιλοξενούσε περίπου 70 μοναχούς και διέθετε 20 κελιά και αρκετούς αποθηκευτικούς χώρους.

Η Μονή στην κατοχή του είχε ακόμη υδρόμυλους, χωράφια, αμπέλια αλλά και ιδιόκτητα κοπάδια ζώων.

Στους χώρους της Μονής, τα δύσκολα εκείνα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας βρήκανε καταφύγιο οι κλέφτες και αργότερα, την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, έγινε και ορμητήριο κάποιων Ελασσιτών ανταρτών.

Η μονή είχε στην κατοχή της πολλά ιερά κειμήλια τα οποία χάθηκαν και όπως χαρακτηριστικά γράφει και ο Γ. Οικονόμου στην «Ηπειρωτική Εστία» το 1952: «Πλούσια μονή με σχολείον. Την ελήστευσαν ατυχώς, της αφήρεσαν πολύτιμον Ευαγγέλιον, επιτάφιον και χρυσό αδαμαντοκόλλητον Αγιον Ποτήριον, που είχε η μονή αυτή του μακαρίου Αλεξίου».

Η Μονή τις τελευταίες δεκαετίες μετά το 1954 είναι εγκαταλειμμένη και αν και χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο, κινδύνευε με ολοκληρωτική καταστροφή, όμως τα τελευταία χρόνια στη Μονή έγιναν εργασίες συντήρησης και ο ναός πλέον βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση.

Το τέμπλο της Μονής

Δυστυχώς δεν συνέβη το ίδιο με τους εξωτερικούς χώρους της Μονής, που με τη πάροδο των χρόνων έχουν καταστραφεί.

Ίσως η εξέλιξη αυτή να είναι και μια δικαίωση του Κοσμά του Αιτωλού, που όπως γράφει στο βιβλίο του ο Βασίλης Τσιακμάκης, όταν ο Πατροκοσμάς επισκέφτηκε τη Μονή στα χρόνια της ακμής της, προφήτεψε πως θα έρθουν χρόνια δύσκολα και από το μοναστήρι λίγα πράγματα πλέον θα έχουν απομείνει.

Και η παράδοση λέει πως όταν ρωτήθηκε πότε θα γίνει αυτό, προέβλεψε ότι θα συμβεί την εποχή που οι Χριστιανοί θα γίνουν ατομιστές, υλιστές και αδιάφοροι.

Η Μονή γιορτάζει στις 15 Αυγούστου όπου παλαιότερα γινότανε μεγαλοπρεπές πανηγύρι και από τα πλέον γνωστά στην Ήπειρο, χαρακτηριστικό δέ είναι το απόσπασμα απο το βιβλίο του Δημήτρη Σαφίκου, “Εκεί ψηλά στη Μουργκάνα” :

“Την 15ην Αυγούστου εγένετο η ετήσια πανήγυρις εν τη Ιερά Μονή Μακραλέξη. Εις την πανήγυριν ταύτην έλαβον μέρος άπαντες οι κάτοικοι των χωρίων Αγιαμαρίνης, Κάτω Λάβδανης, Λίστας και Κουρεμαδίου. Η Θεία Λειτουργία ετελέσθη παρά του αιδεσιμοτάτου Παπαθεοφάνη και Θεοδώρου Δρίτσου. Μετά την Θείαν Λειτουργίαν ετελέσθη αγιασμός εις τον ειδικόν χώρον κάτωθι του γηραιού πλατάνου, που οι εκτεταμένοι κλώνοι του εσκίαζαν άπαν το εκκλησίασμα. Μετά ταύτα επηκολούθησε χορός και τραγούδια Δεροπολίτικα, που η ατμόσφαιρα εδονείτο από τους καλλίφωνους Δημήτριον Τσακίρην, Κων/νον Ξιούραν και λοιπούς. Το γεύμα των προσκυνητών εγένετο, πλαισιωμένον κάτωθεν βαθύσκιων δέντρων, πέριξ της περιφήμου βρύσης που το κρυσταλλένιο της νερό πηγάζει από τα σπλάχνα της Μουργκάνας. Το γλέντι έληξε τας απογευματινάς ώρας και οι προσκυνηταί απεχώρησαν ευχαριστημένοι, διότι ευρέθησαν προς στιγμήν εις ένα ιστορικόν τόπον που οι πρόγονοί των είχαν διαδραματίσει τα μεγαλύτερα κατορθώματα από εθνικής και κοινωνικής απόψεως”.

Related Posts

Socials