Οι προσκυνητές του Παναγίου Τάφου

Share

Είναι πανάρχαια ευλαβική συνήθεια των χριστιανών η προσκύνηση του Παναγίου Τάφου του Χριστού και των Αγίων Τόπων. Από πόθο και ευλάβεια με κόπους, θυσίες και κινδύνους, πήγαιναν πολλοί έστω και μία φορά στην ζωή τους να προσκυνήσουν τα μέρη που έζησε και περπάτησε ο Χριστός.

Πήγαιναν προετοιμασμένοι όσο το δυνατόν, καθαροί και εξωμολογημένοι. Άλλοι έκαναν την θυσία να πηγαίνουν με τα πόδια. Άλλοι μετέφεραν χρήματα και ευλογίες στα προσκυνήματα. Άλλοι εργάζονταν αφιλοκερδώς για ένα εξάμηνο στα εκεί μοναστήρια και προσκυνήματα ως κτίστες και εργάτες. Προσκυνούσαν σ’ όλα τα πανάγια προσκυνήματα, βαφτίζονταν στον Ιορδάνη ποταμό και έπαιρναν μαζί τους το Άγιο φως και διάφορες ευλογίες, όπως σταυρουδάκια, σάβανα, κεριά κ.α.

Όταν επέστρεφαν στο χωριό όλοι οι κάτοικοι με τον ιερέα τους υποδέχονταν έξω από το χωριό, χτυπούσαν την καμπάνα και με πομπή τους συνώδευαν μέχρι την Εκκλησία. Τους ασπάζονταν στα μάτια γιατί αξιώθηκαν να δουν το Άγιο Φως. Για την ευλογία που αξιώθηκαν να προσκυνήσουν στους Αγίους Τόπους τους έδειχναν σεβασμό και τους άλλαζαν και το όνομα, προσθέτοντας το τιμητικό Χατζής. Π.χ. ο Γιάννης ο Χατζής. Το όνομα αυτό το κληρονομούσαν και τα άλλα μέλη της οικογενείας. Η γυναίκα του Χατζή ήταν «Χατζέσκα» ή «Χατζίνα» ή «Χατζανά» (οι ηλικιωμένες) και τα παιδιά και τα εγγόνια του ήταν «Χατζούδες». Ο ιερέας, όταν μνημόνευε τα ονόματα των Χατζήδων, πρόσθετε και το προσκυνητής ή προσκυνήτρια. Π.χ. Ερμιόνης προσκυνητρίας.

Οι Χατζήδες με το προσκύνημά τους δεν άλλαζαν μόνο το όνομά τους αλλά και την ζωή τους. Αφιερώνονταν περισσότερο στην Εκκλησία με πιο τακτικό εκκλησιασμό, νηστείες, προσευχές, εξομολόγηση και θεία Κοινωνία, αλλά περισσότερο απ’ όλα πρόσεχαν να είναι δίκαιοι. Απέφευγαν πάρα πολύ την αδικία. Το χαρακτηριστικό τους ήταν ότι σ’ όλη τους την ζωή δεν έπιαναν ζυγαριά να ζυγίσουν για να μην αδικήσουν στο ζύγι. Ακόμη και τα παιδιά τους δεν ζύγιζαν. Ζύγιζαν οι άλλοι και αυτοί γύριζαν το κεφάλι τους να μη βλέπουν αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο να αδικηθούν. Μάλιστα στο ζυγισμένο σιτάρι άνοιγαν το τσουβάλι και έβαζαν και δυο χούφτες επί πλέον. Η, όταν κάτι αγόραζαν πάντα πλήρωναν κάτι παραπάνω από το κανονικό.

Κάποτε σ’ ένα χωριό ένας καρβουνιάρης περνούσε με το κάρο του πουλώντας κάρβουνα. Πήγε ένας να αγοράση. Λέγει ο καρβουνιάρης: «Τα κάρβουνα εσύ θα τα ζυγίσης, επειδή εγώ είμαι Χατζής και δεν ζυγίζω». Του απαντά και ο άλλος: «Και εγώ δεν ζυγίζω. Και εγώ είμαι χατζής». Έτσι περίμεναν στον δρόμο μέχρι που πέρασε ο πρώτος περαστικός και ζύγισε εκείνος τα κάρβουνα.

Το προσκύνημα των Χατζήδων έδειχνε την αγάπη και την ευλάβειά τους προς τον Χριστό, αποτελούσε σταθμό στην ζωή τους, συγχρόνως δε και αφετηρία για καινή και πνευματική πολιτεία. Η ενθύμιση του προσκυνήματος συντηρούσε και έτρεφε, όπως το λάδι την φλόγα του καντηλιού, την αγάπη τους προς τον Χριστό και την Παναγία, των οποίων αξιώθηκαν να προσκυνήσουν τον τόπο όπου έζησαν και πάτησαν τα άχραντα πόδια Τους.

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Α’, Άγιον Όρος 2009, σελ. 381.

Related Posts

Socials