Αγιοκατάταξη του γέροντα Αμφιλόχιου Μακρή

Share

Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τη χθεσινή της συνεδρίαση αποφάσισε την αγιοκατάταξη του γέροντα Αμφιλόχιου Μακρή, ιδρυτή της Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Πάτμο.

Ο βίος του

Ο Γέροντας ᾽Αμφιλόχιος Μακρῆς, κατά κόσμον ᾽Αθανάσιος Μακρῆς, γεννήθηκε στό ἱερό νησί τῆς ἀποκάλυψης, τήν Πάτμο τό 1889. Οἱ γονεῖς του, ᾽Εμμανουήλ καί Εἰρήνη, ἄνθρωποι εὐλαβείς καί ἐνάρετοι, τόν ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» καί φρόντισαν νά ἀποκτήσει ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Τοῦ μιλοῦσαν μέ πολλή εὐλάβεια γιά τήν ἁγία μας ᾽Ορθοδοξία καί γιά τήν πατρίδα μας, τήν ῾Ελλάδα. ῾Ο Γέροντας εἶχε τρία ἀδέλφια: τόν Νικόλαο, πού κοιμήθηκε σέ μικρή ἡλικία, τήν Αἰκατερίνα, μετέπειτα Μαγδαληνή μοναχή καί τήν Καλλιόπη, μετέπειτα Μάρθα μοναχή.
᾽Από μικρός βοηθοῦσε τούς γονεῖς του στίς γεωργικές ἐργασίες καί στό ψάρεμα. Τοῦ ἔμαθαν ἀκόμα τήν ἀξία τοῦ ἐκκλησιασμοῦ καί τήν ὑποχρέωσή του νά ἐφαρμόζει στή ζωή του τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τακτικά μέ τούς γονεῖς του πήγαινε γιά προσκύνημα στό σπήλαιο τῆς ᾽Αποκαλύψεως ἤ ἀνέβαιναν στό καστρομονάστηρο τοῦ ῾Αγίου καί Εὐαγγελιστοῦ ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου.

Στά προσκυνήματα αὐτά γνώρισε καί συνδέθηκε μέ ὁσιακές μορφές πού ἀσκοῦνταν ἐκεῖ. Οἱ πατέρες δίδασκαν στούς πιστούς ὅτι πρέπει νά ἀγαποῦν τήν ᾽Ορθόδοξη πίστη μας καί ὅτι ἡ ᾽Ορθοδοξία εἶναι ἡ ᾽Εκκλησία πού ἵδρυσε ὁ Κύριός μας καί ὅτι μόνον αὐτή κρατᾶ ἀνόθευτη καί ἀκέραια τή διδασκαλία Του, «ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν ἀλήθεια διότι ἥ πρόσθεσαν σ᾽ αὐτά πού δίδαξε ὁ Κύριος καί οἱ ἅγιοι ᾽Απόστολοι ἤ ἀφαίρεσαν δογματικές ἀλήθειες». Αὐτά καί ἄλλα πού τοῦ ἔλεγαν οἱ μοναχοί ὁ ᾽Αμφιλόχιος τά ἔβαζε μέσα του καί σιγά σιγά ἄναψε ἡ ἐπιθυμία του νά ἀφιερωθεῖ στόν Κύριο.

Αργότερα ὁ Γέροντας ἔλεγε: «᾽Από μικρό παιδί ἔβλεπα τόν ἄγιο ᾽Ιωάννη τό Θεολόγο τόν ὁποῖο ἀγαποῦσα πάρα πολύ, προσευχόμουν σ᾽ αὐτόν καί τόν παρακαλοῦσα νά γίνω μαθητής του καί ὁπαδός του». ῾Ο Εὐαγγελιστής ᾽Ιωάννης ἔδωσε ἀπάντηση στίς προσευχές του. ῎Ετσι σέ ἡλικία 17 ἐτῶν, τό Μάρτιο τοῦ 1906 μέ τήν εὐχή τῶν γονέων του περνᾶ τήν κεντρική πύλη τῆς Μονῆς τοῦ ἡγαπημένου Μαθητή τοῦ Κυρίου μας ὄχι γιά προσκύνημα, ἀλλά γιά νά γίνει μέλος τῆς ἀδελφότητος. ῾

Ο ἡγούμενος τῆς Μονῆς μέ χαρά τόν δέχτηκε, τόν γνώριζε ἀπό πολλά χρόνια, καί τόν ἔγραψε στόν κατάλογο τῶν δοκίμων τῆς Μονῆς. Μέ τήν ὑπακοή, τήν προσευχή καί τή μελέτη πατερικῶν κειμένων γρήγορα ξεπέρασε στήν ἀρετή πολλούς μοναχούς πού ἀσκοῦνταν ἐκεῖ ἀπό χρόνια καί γι᾽ αὐτό τόν Αὔγουστο τοῦ ἴδιου χρόνου κείρεται μικρόσχημος μοναχός καί παίρνει τό ὄνομα ᾽Αμφιλόχιος.

Οἱ νέοι ἀγῶνες, τά νέα παλαίσματα καί ὁ μεγαλύτερος πόλεμος ἀπό τόν μισόκαλο διάβολο δέν πτοοῦν τόν στρατιώτη τοῦ Κυρίου μας. Στό στόμα καί τό νοῦ του ἔχει συνεχῶς τήν εὐχή «Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Τὸ 1911 μὲ λαχτάρα ἐπισκέπτεται τὸ ῞Αγιον ῎Ορος κι ἔτσι ἐκπληρώνει μιά παλαιά του ἐπιθυμία.

῾Ο ἡγούμενος καί ἡ γεροντία τῆς Μονῆς βλέποντας τήν πνευματική του πρόοδο ἀποφάσισαν νά γίνει μεγαλόσχημος μοναχός. Στὶς 23 Μαρτίου 1913 στὸ ἐρημητήριο τοῦ ᾽Απολλοῦ κείρεται μεγαλόσχημος μοναχὸς ἀπὸ τὸν εὐλαβή καί αὐστηρὸ Πνευματικό, Ἱερομόναχο Μακάριο ᾽Αντωνιάδη. Μετά τή μεγασχημία του μέ τήν εὐλογία τῶν Πατέρων πηγαίνει γιά προσκύνημα στούς ῾Αγίους Τόπους.

Τήν ἴδια χρονιά γνωρίζει τόν ταπεινό, μαρτυρικό καί σοφό ᾽Αρχιθύτη Μητροπολίτη Πενταπόλεως ῞Αγιο Νεκτάριο μέ τόν ὁποῖο συνδέθηκε πνευματικά κι ἔγινε μαθητής του. ῾Ο σύνδεσμος αὐτός δέν διακόπηκε ποτέ καί σήμερα συνεχίζεται εἰς τούς οὐρανούς ὅπου καί οἱ δύο ἀπολαμβάνουν τή δόξα τοῦ Θεοῦ.

Στίς 27 ᾽Ιανουαρίου 1919 μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς χειροτονεῖται Διάκονος στόν ἱερό Ναό ῾Αγίου Νικολάου Κῶ καί στίς 5 ᾽Απριλίου τοῦ ἰδίου ἔτους στό Βαθύ τῆς Σάμου στόν ἰερό ναό τοῦ ῾Αγίου Σπυρίδωνος παίρνει τό δεύτερο βαθμό τῆς ἱεροσύνης.

Από τό 1920-1926 ὑπηρετεῖ τήν ἐκκλησία ἀπό διάφορες ἐπάλξεις.

Στίς 14 Νοεμβρίου 1935 ψηφίζεται, ἀπό τή Πατμιακή ᾽Αδελφότητα, Καθηγούμενος καὶ Πατριαρχικός Ἔξαρχος Πάτμου. Τό ὑψηλό του ἀξίωμα δέν τόν ἔκανε, ὅπως δυστυχῶς γίνεται, ἐγωιστή καί ἀλαζόνα ἀλλά ὑπηρέτησε τό μοναστήρι μέ ταπείνωση, σύνεση καί αὐταπάρνηση. Σύντομα, τό 1937, ἦρθε σέ ρήξη μέ τούς ᾽Ιταλούς κατακτητές. ᾽Αντιστάθηκε μέ γενναιότητα καί σθένος στὰ σχέδια τους γιὰ τὸν ἐξιταλισμό τῶν Δωδεκανήσων, τήν αὐτονόμηση τῶν νησιῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τήν ὑπαγωγή τους στὸν Πάπα τῆς Ρώμης. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγώνα του ἦταν νά χάσει τήν ἡγουμενία καί νά ἐξορισθεῖ ἀπό τήν Πάτμο στήν ἡπειρωτική ῾Ελλάδα.

Κατά τήν ἐξορία του δέν τόν κυρίεψε ἡ κατάθλιψη καί ἡ μελαγχολία, οὔτε ἔπεσε στήν ἀδράνεια, ἀλλά θεώρησε ὅτι αὐτή ἦταν δῶρο ἀπό τό Θεό γιά νά ἐργαστεῖ γιά τή δόξα Του καί γιά τήν Πατρίδα. Δέν ἔχασε τήν εὐκαιρία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός νά ἐργαστεῖ κι ἐδῶ μέ ἱεραποστολικό ζῆλο. Οἱ κατακτητές νόμισαν ὅτι φεύγοντας ἀπό τήν Πάτμο ὁ γέροντας θά διαλυόταν τό τεράστιο πνευματικό του ἔργο. Πόσο ἀπατήθηκαν! Μπορεῖ νά ἔφυγε γιά λίγο ἀπό τήν ἀγαπημένη του Πάτμο, ἀλλ᾽ ὠφέλησε πολύ τήν ὑπόλοιπη ῾Ελλάδα μέ τήν ἱεραποστολική του δράση.

Μέσα του κυριαρχοῦσε τό ἐρώτημα «πῶς θά σωθοῦν οἱ ῞Ελληνες ἀπό τόν ἐξιταλισμό καί τούς μισιονάριους τοῦ Πάπα». «Μέ τήν ἵδρυση μοναστηριῶν» ἀπαντᾶ ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ.

῞Οταν ἐπέστρεψε στήν Πάτμο ἀρχίζει νὰ ὀργανώνει τὸ ἱερὸ γυναικεῖο κοινόβιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὑπὸ ἀντίξοες συνθῆκες, μὲ τὴν ἄμεση συνεργασία τῆς πνευματικῆς του κόρης, τῆς δασκάλας ἀπὸ τὴν Κάλυμνο, Καλλιόπης Γούναρη, τῆς μετέπειτα πρώτης ῾Ηγουμένης τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, Εὐστοχίας μοναχῆς.

Τό 1939 τοῦ ἀνατέθηκαν καθήκοντα ἐφημερίου στό ναό «Παναγία Διασώζουσα» καί τό 1940 ἱδρύει τό ἱερό Κάθισμα τοῦ ῾Αγίου ᾽Ιωσήφ στή θέση Κουβάρι.

Οἱ Πατέρες ἐκτιμῶντας τίς ἰκανότητές του καί τήν πνευματικότητά του τό 1942 τοῦ ἐμπιστεύονται τά καθήκοντα τοῦ ἐφημερίου τοῦ ῾Ιεροῦ Σπηλαίου τῆς ᾽Αποκαλύψεως. Κι ἐδῶ φάνηκαν τά τάλαντά του καί τά προσόντα του. Καλλώπισε τό ναό τῆς ᾽Αποκαλύψεως μέ τοιχογραφίες καί ἀνακαίνισε τό δάπεδο τοῦ ναϊδρίου τῆς ῾Αγίας ῎Αννης.

Τό Μάρτιο τοῦ 1947 μετά ἀπό πολλούς ἀγῶνες καί θυσίες στά Δωδεκάνησα κυματίζει ξανά ἡ Γαλανόλευκη. Στή Ρόδο στά χρόνια τῆς ᾽Ιταλικῆς κατοχῆς οἱ παπικές καλόγριες εἶχαν ἱδρύσει ὀρφανοτροφεῖο στό ὁποῖο προσπαθοῦσαν νά ὡθήσουν στόν παπισμό τίς ὀρθόδοξες κοπέλες πού ἀνέτρεφαν. ῞Οταν οἱ καθολικές καλόγριες ἔφυγαν μαζί μέ τά στρατεύματα κατοχῆς, ὁ Μητροπολίτης Ρόδου Τιμόθεος καί ὁ διοικητής Δωδεκανήσων κάλεσαν τόν π. ᾽Αμφιλόχιο νά ἀναλάβει τό ὀρφανοτροφεῖο. ῾Ο Γέροντας παρά τά προβλήματα ὑγείας πού εἶχε, πῆγε στήν Κάλυμνο νά βρεῖ τή δασκάλα ῾Ερασμία, μετέπειτα μοναχή ᾽Εμμέλεια γιά νά ἀναλάβει μαζί μέ τή μοναχή Εὐστοχία τό ὀρφανοτροφεῖο. Οἱ δυό αὐτές ἀδελφές ἐργάσθηκαν ἀφιλοκερδῶς καί μέ αὐταπάρνηση στό μετερίζι πού τίς ἀνατέθηκε καί μάλιστα βραβεύθηκαν ἀπό τήν βασίλισσα Φρειδερίκη.

῾Ο Γέροντας πίστευε ὅτι οἰ μοναχοί εἶναι οἱ εὔζωνοι τῆς ἐκκλησίας γι᾽ αὐτό προσπάθησε νά ἱδρύσει πολλά μοναστήρια. «Τά μοναστήρια, ἔλεγε, θά διαφυλάξουν ἀνόθευτη τήν πίστη μας. Αὐτά θά ἀγωνισθοῦν γιά νά ἐπικρατήσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή γῆ». ῎Ετσι ἵδρυσε τό 1950 τό ῾Ιερό Γυναικεῖο Κοινόβιο τοῦ ῾Αγίου Μηνᾶ Αἰγίνης καί τό 1954 ἀνέλαβε τήν πνευματική ἐπιστασία τῆς ἀνασυσταθείσης ῾Ιεράς Γυναικείας Μονῆς Ευαγγελισμοῦ ᾽Ικαρίας.

῾Ο π. ᾽Αμφιλόχιος σέ ὅλη του τή ζωή βασανίζονταν ἀπό διάφορες ἀσθένειες καί ἦταν εὐαίσθητος στά κρυολογήματα. Τέλη Μαρτίου 1970 προσβλήθηκε ἀπό πνευμονία, κατάλαβε ὅτι σύντομα θά ἀφήσει τό μάταιο τοῦτο κόσμο καί ὅτι θά φύγει ἀπό τή στρατευομένη ᾽Εκκλησία καί θά γίνει πολίτης τῆς Θριαμβεύουσας ᾽Εκκλησίας.

Ο Άγιος ως Πνευματικός

Ο Γέροντας κατ’ αρχάς υπήρξε ο κατ’ εξοχήν πνευματικός άνθρωπος υπό τη γενικότερη έννοια του όρου, εμποτισμένος με πίστη ακλόνητη και με σταθερά προσήλωση εις τας παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το στερρό θεμέλιο στο πνευματικό οικοδόμημα της ψυχής του ήταν η υψοποιός ταπείνωση, η διφυής αγάπη προς το Θεόν και τον πλησίον και η αγωνιστική ορθόδοξος βιωτή.

Η εναρμόνιση του θελήματός του προς το θέλημα του Θεού και εκούσια σταύρωση και νέκρωση του εαυτού του καταδεικνύονται στους ασκητικούς του αγώνες. Η θεία χάρις αλλοιώνει εσωτερικά κι εξωτερικά τη μορφή του. Κυρίως όμως αλλοιώνει την καρδιά του. Χρηματίζει έτσι όργανον του Άγιου Πνεύματος. Με χαρακτηριστικά την αγάπη, στοργή την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία,εξέρχεται κυριολεκτικά και μεταφορικά προς αναζήτηση του πλανηθέντος προβάτου.

Διατρέχει ξηρά, διαπλέει θάλασσα. Ήταν Κυριακή μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας .Ο Γέροντας είχε μια πάνινη ξαπλώστρα θαλάσσης και σε αυτή ήταν ανακεκλιμµένος, προσηλωμένος στην καλλιέργεια της ευχής. Ακούει τότε καθαρά «Πήγαινε στην Ικαρία να βρεις την Ελένη». Δεν έδωσε σημασία στη φωνή γιατί το θεώρησε πειρασμικό.

Όταν όμως άκουσε τη φωνή και δεύτερη και τρίτη φορά, χωρίς αναβολή σηκώνεται, παίρνει το πρώτο σκάφος για Ικαρία και τρέχει στο λιμάνι. Εκεί βλέπει μια γυναίκα να τρέχει. Φωνάζει την άγνωστη γυναίκα με το όνομά της « Παιδί μου Ελένη στάσου!!». Η γυναίκα στρέφεται στον Ιερωμένο «Συγχώρεσέ με Πάτερ. Με προλάβατε. Θα αυτοκτονούσα. Ήμουν απελπισμένη γιατί πέθανε ο άντρας μου». «Παιδί μου δεν θέλω να απελπίζεσαι. Εγώ θα είμαι κοντά σου. Από δω και πέρα εγώ θα είμαι ο πνευματικός σου πατέρας».

Προκειμένου να επιτελέσει το πατρικό του καθήκον δεν σκέφτεται ταξίδια, δεν υπολογίζει τους κόπους και την επισφαλή υγεία του. Η τρελή αγάπη για τα τέκνα του δεν τον αφήνει ήσυχο. Κάποτε ευρισκόμενος στην Ρόδο και διακονών την εξομολόγηση λαμβάνει νοερώς μήνυμα από πνευματική του θυγατέρα που σπουδάζει στην Αθήνα ότι αυτή πολεμείται από λογισμούς. Αμέσως δε χάνει καιρό, με το πρώτο αεροπλάνο της γραμμής ταξιδεύει εις Αθήνας συναποκομίζων και Ιερά λείψανα για να σώσει μία ψυχή που όπως και κάθε άλλης ψυχής δεν είναι αντάξιος όλος ο κόσμος « ὑπέρ ἧς ὁ Χριστός ἀπέθανεν».

Επιστολή προς πνευματικόν τέκνον (Πάτμος 16-3-1957)

«Γιά να ἀπολαύσεις τίς χαρές, τῆς πνευματικής ζωής, πρέπει να καλλιεργήσεις με ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου τήν προσευχή, τήν ὑπομονή καί τήν σιωπή. Χωρίς τήν προσευχή δέν εἶναι εὔκολο νά ὑπομένεις, οὔτε νά σιωπᾶς. Μέ τή Χάριν τοῦ Θεοῦ, αὐτά ἐφήρμοσα στήν ζωήν μου. Μᾶς βοηθοῦν νά ὁ Χριστός κάτοικος εἰς τήν καρδιά μας. Πρώτιστον καθῆκον εἰς τόν Θεόν εἶναι ἡ γλυκύτατη συνομιλία μ’ αὐτό τό παντοδύναμον ὄπλο τῆς προσευχῆς ἡ ἀναπνοή τῆς ψυχῆς.» Ο Άγιος Γέροντας καθήμενος, ιστάμενος, αναπαυόμενος, συνομιλών, εξομολογών, συμβουλεύων μετουσιώνει σε πράξη το θεόπνευστο παράγγελμα του ουρανοβάμωνος Αποστόλου Παύλου και αδιαλείπτως προσεύχεται : «Κρατῆστε ψηλά τή σημαῖα τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἔχετε πάντα τό τηλέφωνο τοῦ Γέροντά σας, ὅπου καί ἄν εἶστε. Ἡ διάθεσις ἡ δική σας μοῦ ἀνάβει φωτιά. Εἶναι σάν νά μοῦ ρίχνετε κάρβουνα σ’αὐτό πού ὑπάρχει μέσα μου. Θέλω παιδί μου, νά ζεῖς γιά τόν Χριστό, ὁλόκληρος νά δοθεῖς σ’Αὐτόν. Θέλω ὄταν τύχει ν’ἀνοίξει κανείς τήν καρδιά σου τίποτε ἄλλο νά μή βρεῖ. Μόνο τόν Χριστό.» (επιστολή προς πνευματικόν τέκνον) «Γίνεστε παιδιά ποῦ
κατοικεῖ ὁ Θεός στήν καρδιά σας. Ἡ προσευχή ὅλα τά τακτοποιεῖ. Τήν θάλασσα μπορεῖς νά τήν περπατᾶς. Ἐκμηδενίζει τίς ἀποστάσεις. Τίς βουλήσεις τῶν ἀνθρώπων μεταβάλλει. Δίνει θάρρος, πίστη καί ὑπομονή στήν ζωή μας πάντοτε».

Η μεγάλη πνευματική μορφή της Πάτμου και ιδιαίτερα αγαπητό πνευματικό του τέκνο, ο Γέροντας Παύλος Νικηταράς καταγράφει με σπαραγμό απώλειας την εναγώνια αναζήτηση του Αγίου για την διάσωση του πεπλανημένου αμαρτωλού στον επικήδειο λόγο του. «Επί ήμισυ αιώνα υπηρέτησεν ευόρκως τον Κύριον και δεν εφείδετο ούτε κόπων ούτε θυσιών ,προκειμένου να αναζητά το απολωλός εις τα όρη ,εις τας χαράδρας, εις τας νήσους, εις τας επαρχίας. Πότε εις Λέρον, πότε εις Κάλυμνον, πότε εις Κων, και Ρόδον και Νίσυρον και Κάρπαθον και Σύμην.

Ο Ιεραποστολικός του βίος οδήγησε αυτόν και εκτός της Δωδεκανήσου στην Αθήνα, στην Κρήτη, στην Θεσ/νίκην, στην Σαντορίνην, στην Κων/πολιν ,στα Ιωάννινα. Πόσα πνευματικά τέκνα του δεν εδρόσισαν τις ψυχές των από τα νάματα της χριστιανικής του διδασκαλίας και δεν εχόρτασαν από τον ουράνιο άρτον, τον οποίον με τόσην απλότητα και ολόφωτον σκέψιν ως άλλος Παπουλάκος παρείχεν ο ευλαβής ιερομόναχος Αμφιλόχιος. Έζησεν οσιακόν βίον και είχεν οσιακήν τελευτήν.

Εκδημήσας προς Κύριον αφήνει δυσαναπλήρωτον κενόν εις τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και παράδειγμα φωτεινόν και αείζωον εις τας επερχόμενας γενεάς».(περ. Αναγέννησις έ.1970). Γίνεται περιάκουστος και περιζήτητος Εξομολόγος: Ιεραποστολικές Αδελφότητες, ευσχήμονες Μητροπολίτες, διαπρεπείς ιερείς, διαπρέποντες στην ποιμαντορική και ιερατική διακονία, θεωρούν απαραίτητη την παρουσία του ως Εξομολόγου.

Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων, ο Μητροπολίτης Λήμνου Διονύσιος ο μετέπειτα Τρίκκης και Σταγών ,ο Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, ο Διευθυντής της Πατμιάδος Εκκλησιαστικής Σχολής Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Γαλανόπουλος και μετέπειτα Μητροπολίτης Κυθήρων εξομολογούνταν στον Άγιο.

Μια άλλη πνευματική μορφή της Ελλάδος ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας Πάρου, ο Όσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος γράφει στην κοίμηση του Αγίου τα εξής: « Εὐχαριστῶ τόν πανυπεράγιον καί πανάγαθον Θεόν καί Πατέρα ἠμῶν τόν ἐν οὐρανοῖς ὅστις ἐπλήρωσε τόν πόθον μου καί τήν ἐπιθυμίαν μου, ἥν εἶχον νά τόν ἔβλεπον προσωπικῶς πρίν ἀπέλθωμεν ἀμφότεροι τῶν προσκαίρων.

Πρό εἰκοσαμήνου πληροφορηθείς ὅτι ἠσθένει, ἔσπευσα ἀεροπορικῶς καί ἔφθασα εἰς Ρόδον. Ἡ χαρά κι ἀγαλίασις ὅτε εἴδομεν ἀλλήλους ἦτο ἀπερίγραπτος, ἀλλά καί ἡ πνευματική μας ὠφέλεια διά της εξομολογήσεως ἦτο μεγίστη, διότι ἀμφότεροι ἐξομολογήθημεν. Ἐπειδή καί ἠμεῖς ὡς ἄνθρωποι εἴμεθα ἁμαρτωλοί, μόνος γάρ ἀναμάρτητος ἐστί ὁ Θεός».

Η ὁσιακή του κοίμηση

῾Η εἴδηση ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι βαριά ἄρρωστος διαδόθηκε ἀστραπιαία παντοῦ. Τά πνευματικοπαίδια του ἀπό ὅλα τά σημεῖα τοῦ πλανήτη κατέφθασαν στό ἱερό νησί τῆς ᾽Αποκαλύψεως. ῎Αν καί δέν εἶχε δυνάμεις δέν ἔπαψε νά δίνει τίς τελευταῖες του συμβουλές.

῎Εδωσε σέ ὅλους τίς συμβουλές πού ὁ καθένας εἶχε ἀνάγκη. ῾Ο π. ᾽Αμφιλόχιος εἶχε τό προορατικό χάρισμα. Στήν προσπάθεια τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν νά τόν κρατήσουν μέ ὀρούς λίγες μέρες στή ζωή, παρακαλοῦσε κι ἔλεγε: -ἀφῆστε με, καλά μου παιδιά, νά φύγω, ἦρθε ἡ ὥρα μου.

-Γιατί, Γέροντα, τούλεγαν, δέ μένεις μαζί μας καί τοῦτο τό Πάσχα; Δίσταζε νά ἀπαντήσει. Μετά ἀπό ἐπίμονες ἐρωτήσεις εἶπε, στόν π. Παῦλο: -Εἶδα τήν Παναγία καί τόν Θεολόγο πρό ὁλίγου καί τούς παρεκάλεσα νά μείνω κοντά σας κι αὐτό τό Πάσχα, ἀλλά μοῦ εἶπαν δέ γίνεται ἄλλο, ἐλήφθη ἡ ἀπόφαση, Πάσχα θά κάμεις στούς Οὐρανούς μαζί μας. Αὐτό τό λέγω σάν ἐξομολόγηση, ἐπειδή μέ πιέζετε, μήν τό πεῖτε σέ ἄλλους.

Λίγο πρίν ἀπό τήν κοίμησή του χρειάσθηκε νά κάνει μία ἐξέταση αἵματος. Μικροβιολόγος δέν ὑπῆρχε στήν Πάτμο καί ἔτσι τοῦ πῆραν αἷμα καί τό μετέφεραν σέ ἕνα μικροβιολόγο στή Λέρο γιά νά πραγματοποιήσει τήν ἐξέταση. ῞Οταν ἔφθασε τό αἷμα στό ἰατρεῖο καί ὁ ἰατρός τό ἄνοιξε, βρέθηκε πρό ἐκπλήξεως τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καί αὐτός πού τό μετέφερε. Τό αἷμα εὐωδίαζε, ἀνεξήγητα γιά τήν ἀνθρώπινη λογική, ὄχι ὅμως καί γιά τή θεία, πού οἰκονομεῖ τά πάντα ὥστε νά μαρτυρεῖ, κατά τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, καί νά ἀναδεικνύει ὅλους τούς ἐκλεκτούς δούλους του, μέ τόν τρόπο πού Ἐκεῖνος γνωρίζει.

῾Ο ἀλησμόνητος Γέροντας στίς 16 ᾽Απριλίου 1970 μέ πλήρη διαύγεια τῶν αἰσθήσεών του ἔφυγε ἀπό τόν μάταιο τοῦτο κόσμο γιά τήν οὐράνια πατρίδα πού τόσο ποθοῦσε κι ἐπιθυμοῦσε καί πῆγε νά πάρει ἀπό τά χέρια τοῦ ἀδέκαστου Κριτή τό στεφάνι τῆς ἁγιότητος.

῎Εφυγε ὁ Γέροντας ἀπό τή ζωή αὐτή, ἀφοῦ ἔδωσε ὅλη του τή ζωή γιά τούς ἄλλους,τούς ἀδελφούς του καί ἀδελφούς τοῦ Κυρίου μας, ἀφοῦ ἐργάσθηκε ὡς δόκιμος ἐργάτης στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ ὑπηρέτησε τήν ᾽Εκκλησία καί τήν Πατρίδα σάν καλός χριστιανός καί γνήσιος ῾Ελληνας.

Τό λείψανό του, ὅπως ὁμολογοῦσαν ὅλοι ὅσοι παρευρέθηκαν στήν ἐξόδιο ἀκολουθία, πῆρε μορφή οὐράνια, ὅψη χαρούμενη κι εἰρηνική. ᾽Απέραντη γαλήνη βασίλευε στό ἀσκητικό του πρόσωπο, πράγματι ἁγιασμένου ἀνθρώπου ἔκφραση, πού κοιμήθηκε ἐν Κυρίω.


Πηγή: orthodoxia.info και αποσπάσματα από το βιβλίο «Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ» του Αρχιμ. Παύλου Νικηταρά

Related Posts
Αφήστε μια απάντηση

Socials