Related Posts

Οι θλίψεις και ο πόνος στη ζωή μας – Ποιος ο ρόλος τους;
Οι θλίψεις και ο πόνος είναι δύο έννοιες που εμπεριέχουν μία κατάσταση στην οποία περιέρχεται και την οποία περιδιαβαίνει ο άνθρωπος από τη στιγμή της πτώσης και της αποχώρησής του από τον Παράδεισο.
Έννοιες συνυφασμένες με το κακό και την εισβολή του στη ζωή του ανθρώπου μετά την πτώση.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας χωρίζουν το κακό σε ηθικό και φυσικό και θεωρούν πως το δεύτερο είναι απόρροια του πρώτου και απόρροια και των δύο, ο πόνος και οι θλίψεις.
Οι θλίψεις βέβαια, που τις περισσότερες φορές απροσκάλεστα έρχονται να συναντήσουν τον άνθρωπο, εξυπηρετούν κάποιον επιδιωκόμενο στόχο, λειτουργούν ως επί το πλείστον, ως φάρμακα σωτήρια της πεπτωκυίας φύσης του ανθρώπου.[1] Ο άνθρωπος αρχίζει να πληρώνει από τη γη το χρέος που του δημιούργησε η αμαρτία στον ουρανό και έτσι το αντίτιμο για την επανάκτηση του απολεσθέντος Παραδείσου μικραίνει σημαντικά. Και όσο πιο μεγάλες και επώδυνες είναι οι θλίψεις που υπομένει τόσο το χρέος του έναντι του Παραδείσου μικραίνει και φθάνει πολλές φορές έως και εκμηδενισμού ακόμη.[2]
Ο άνθρωπος που με υπομονή και δοξολογία έναντι του Θεού κατεργάζεται τις θλίψεις και τον πόνο που απορρέει από αυτές, έχει κραταιό συμπαραστάτη και βοηθό στη ζωή του τον ίδιο το Θεό. «Συναγωνίζεται» κατά Πατερική έκφραση και ο ίδιος ο Θεός.[3]
Πολλές φορές οι δοκιμασίες που διέπουν τη ζωή ενός ανθρώπου μπορούν να αποβούν άκρως ευεργετικές και ωφέλιμες στην πνευματική του πορεία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα σύγχρονου Αγιορείτη Γέροντος. Πρόκειται για το Γέροντα Παϊσιο, ο οποίος έλεγε πως ο πόνος της αρρώστιας τον ωφέλησε περισσότερο από τους ασκητικούς αγώνες του[4]. Με τις θλίψεις και τις δοκιμασίες και τη στάση που κρατάει έναντι αυτών, ο άνθρωπος δίνει τις εξετάσεις του για την άλλη ζωή.[5] Οι αρρώστιες είναι περαστικές αλλά πολύ ωφέλιμες.[6] Αυτοί μάλιστα που υποφέρουν χωρίς δική τους υπαιτιότητα εδώ στη γη, αλλά απεναντίας υπομένουν καρτερικά και δοξολογικά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, έχουν κερδίσει τον Παράδεισο και μάλιστα και την επιλογή της καλύτερης θέσης σ’ αυτόν.[7] Κατά το Θεοφύλακτο Βουλγαρίας, η πεπτωκυία φύση του ανθρώπου στενάζει και οδύνει εδώ για να ελεηθεί εκεί, στην αιώνια ζωή.[8]
Ένας κόκκος άμμου όταν βρεθεί μέσα σ’ ένα όστρακο γίνεται μαργαριτάρι, εφόσον βέβαια υποστεί κάποιες «δοκιμασίες», διεργασίες. Το ίδιο συμβαίνει και στο χριστιανό.
Κάθε αγκάθι που βρίσκεται στη ζωή του χριστιανού, ο ιδρώτας που χύνει, η αγωνία που περνά, η αρρώστια που τον επισκέπτεται, η στεναχώρια που χτυπά την πόρτα του, όλα αυτά τον καλλιεργούν και τον αναδεικνύουν σε μαργαριτάρι στεφανωμένο με την υπομονή και την ταπείνωση. Αρετές θεάρεστες, που στην κυριολεξία στολίζουν τον άνθρωπο που τις φέρει.[9]
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας αναφερόμενος στους ανθρώπους που ήθελαν να ευδοκιμήσουν αληθινά και να καταξιώσουν το πέρασμά τους από αυτήν εδώ τη ζωή έλεγε ότι «ουκ ακερδής ο πόνος, ούτε το θλίβεσθαι φορτικόν».[10] Ο δε Δαυίδ αναφερόμενος στον εαυτό του έλεγε, ότι σε θλίψη τον «επλάτυνε» ο Κύριος, ότι «εν θλίψει επεκαλεσάμην τον Κύριον». Κατά τον απόστολο Παύλο «η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται».[11] Όταν οι θλίψεις και όλες οι δοκιμασίες, που αποτελούν κατά κοινή Πατερική παραδοχή, πνευματικά γυμνάσματα για τον άνθρωπο είναι λιγοστές, τότε λιγοστεύει και η περιουσία του ανθρώπου στον ουρανό. Ενώ αντίθετα όταν θλίψεις και δοκιμασίες περισσεύουν στη γη, περισσεύει και η περιουσία του ανθρώπου στον ουρανό.[12]
Ο Θεός επιτρέπει να πλήττονται οι άνθρωποι γιατί αυτό τις περισσότερες φορές ενεργεί θετικά και τους φέρνει κοντά στην αγάπη Του.[13] Οι μαθητές του Χριστού στη θάλασσα της Τιβεριάδος από το φόβο του καταποντισμού φώναζαν στον Κύριο: «Κύριε σώσον ημάς». Ο φόβος της απώλειας φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στο Θεό.[14]
Οι θλίψεις, η συνεχής γυμνασία, κάνει την ψυχή του ανθρώπου απτόητη, όχι ψοφοδεή.[15] Ο Θεός δεν εμποδίζει τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, γιατί μ’ αυτούς γίνεται κανείς δόκιμος και γυμνάζεται πνευματικά. Όταν όμως έρθουν παρίσταται ως βοηθός.[16] Οι επιβουλές φέρουν αμοιβή και τα τραύματα βραβεία.[17]
Οι άνθρωποι εδώ δεν είναι πολίτες αλλά «οδίτες», οδοιπόροι. Η πόλη βρίσκεται άνω· τα παρόντα είναι δρόμος, θέλουν κόπο και περπάτημα.[18] Ο Θεός δε σταματά τα φυσικά κακά εκ προοιμίου, από την αρχή, αλλά όταν κορυφωθούν, όταν αυξηθούν τότε τα μεταβάλλει σε γαλήνη.[19] Ο Θεός μεθοδεύει την υγεία της ψυχής με θλίψεις και ανέσεις σαν το γιατρό· ούτε αφαγία, ούτε συμπόσια· χρειάζεται πότε η άνεση και πότε η γυμνασία.[20] Όταν είναι ανάγκη δίνονται και εδώ μεγάλες αμοιβές, όπως γλίτωσε ο Λωτ με τις θυγατέρες του από την καταστροφή των Σοδόμων.[21] Οι δοκιμασίες κατά τον Ιερό Χρυσόστομο είναι ο δρόμος τον οποίο διέρχεται κάποιος για να φτάσει στον παράδεισο.[22] Όλοι εύχονται να μην έρθουν δοκιμασίες, όταν όμως έρθουν αυτοί που τις δέχονται γίνονται πιο ισχυροί πνευματικά και πιο αρεστοί στο Θεό.[23] Από τις θλίψεις, από τους πειρασμούς και από τους επιβούλους και όχι από την άνεση και την τρυφή, λαμπρύνθηκαν ο Παύλος, ο Ιώβ, ο Ιερεμίας, ο Νώε, ο Άβελ, ο Μωυσής, ο Ελισαίος.[24] Τον αληθινό χριστιανό δεν τον βλάπτουν οι μάστιγες, τα δεσμά, η δουλεία, οι σεισμοί, το πυρ, ο σίδηρος, τα θηρία, οι νόσοι, οι πενία, ούτε και αυτός ακόμη ο θάνατος.[25]
Αναλογιζόμενος όλα αυτά τα μεταπτωτικά παθήματα του ανθρώπου αλλά και ολόκληρης της κτίσης ο Απόστολος Παύλος τονίζει πως όσα υποφέρουν τώρα οι άνθρωποι δεν ισοσταθμίζουν τη δόξα που τους επιφυλάσσει ο Θεός στο μέλλον.[26]
Στον κόσμο αυτόν όλοι γυμνάζονται. Άλλοι με πενία, άλλοι με πλούτο και ανέσεις και άλλοι με θλίψεις. Όλα αυτά αξιολογούνται από το δίκαιο Θεό ανάλογα με τη χρήση τους.[27] Πάντως το «πάσχειν κακώς» είναι ενέργεια σωτηρίας.[28] Οδηγεί στην προσευχή, που είναι «το κοινό καθάρσιο της οικουμένης».[29] Όπου θλίψη εκεί παράκληση· όπου παράκληση εκεί χάρη. Έτσι στην Παλαιά Διαθήκη στους πειρασμούς ανθούσαν οι δίκαιοι. Η ψυχή καθαίρεται, όταν για το Θεό θλίβεται, όπως οι τρεις παίδες στη Βαβυλώνα και ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων.[30] Οι δοκιμασίες της ζωής είναι το κλάδεμα της αμπέλου, την οποίαν κλαδεύουμε για να φέρει καλούς καρπούς.[31]
Οι θλίψεις χρησιμοποιούνται παιδαγωγικά από το Θεό για την επιστροφή και τη σωτηρία των ανθρώπων· Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αύται δε τω μεν δοκείν κακαί εισίν αλγειναί τυγχάνουσαι, τη δε αληθεία αγαθαί¨ επιστροφής γαρ και σωτηρίας γίνονται τοις συνιούσι πρόξενοι· ταύτα δια Θεού γίνεσθαι φησίν η Γραφή».[32]
Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι η ζωή είναι ποταμός που ρέει και συνεχώς έχει κύματα και όλοι πηγαίνουν στην κοινή θάλασσα του θανάτου. Ο άνθρωπος όπως δέχεται τα αγαθά έτσι πρέπει να δέχεται και τα κακά. Δεν μπορεί να αναγκάσει το Θεό να δίδει συνέχεια αγαθά και ούτε μπορεί να Του διδάξει πώς να ρυθμίζει τη ζωή. Ο Θεός τελικά ρυθμίζει τα του ανθρώπου όπως Εκείνος κρίνει· σοφός είναι· μετράει το ωφέλιμο στους «οικέτας». Οι άνθρωποι πάλι δεν είναι θεμιτό ούτε και δίκαιο να περιεργάζονται την κρίση του Δεσπότη, παρά μόνο να δέχονται με ευχαρίστηση και δοξολογία ό,τι η αγάπη Του τους προσφέρει. Καθήκον τους είναι να δείξουν ότι είναι άξιοι των καλών και των «αλγεινών».[33]
Τα δε «αλγεινά» με όλες τις επίπονες και θλιβερές συνέπειές τους δεν είναι τίποτε άλλο από αγάπη σε θλίβουσα παιδευτική μορφή.[34] Δεν είναι τίποτε άλλο από μία λυτρωτική οδό που οδηγεί τον άνθρωπο στην ανάκτηση της χαμένης του αγαθότητας και τελικά στη σωτηρία.
Αναστασία Ν. Κυνηγοπούλου – Διδάκτορος Θεολογίας – Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
(Αγιογραφική & Πατερική εκτίμηση των θλίψεων και του πόνου στη ζωή του χριστιανού)
[1] Ανώνυμος Ησυχαστής, Νηπτική Θεωρία, σ. 167.
[2] Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Ερμηνεία εις την Α΄ Κορινθίους, PG 124, 708.
[3] Μακάριος Ευκρατάς, Λειμών, PG 87, 920.
[4] Γέροντας Παϊσιος, Λόγοι Α΄, Με πόνο και αγάπη, σ σ. 11-12.
[5] Χριστόδουλος Ιερομόναχος, Σκεύος εκλογής, σ. 179.
[6] Ο αυτός, αυτόθι, σ. 238.
[7] Διονύσιος Τάτσης, Αθωνικό Ημερολόγιο, σ. 34.
[8] Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Ερμηνεία εις την Α΄ Κορινθίους, PG 31, 673.
[9] Μέγας Φώτιος, Προτρεπτικός, PG 104, 202.
[10] Κύριλλος Αλεξανδρείας, Εις τον προφήτην Ιωνάν, PG 71, 621.
[11] Ρωμ. 5,3.
[12] Διονύσιος Τάτσης, Γέροντας Παϊσιος, σ. 104.
[13] Κύριλλος Αλεξανδρείας, Υπομνήματα, PG 72, 145.
[14] Ιωάννης Χρυσόστομος, Λόγος εις τον ψαλμόν ΡΣΤ΄, PG 55, 669.
[15] Ιωάννης Χρυσόστομος, Λόγος εις τον ψαλμόν ΡΣΤ΄, PG 55, 164.
[16] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Υπομνήματα, PG 72, 505. Πρβλ. Συμεών Μεταφραστής, Περί λύπης, PG 32, 1285.
[17] Ιωάννης Χρυσόστομος, Ότε της εκκλησίας, PG 52, 400.
[18] Ο αυτός, αυτόθι, PG 52, 482.
[19] Ο αυτός, αυτόθι, PG 52, 549.
[20] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Γένεσιν 40, PG 53, 371.
[21] Ο αυτός, Εις την Γένεσιν 42, PG 53, 391.
[22] Ο αυτός, Εξήγησις εις τους ψαλμούς, PG 55, 368.
[23] Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 55, 415. Βλεπ. Μέγας Αθανάσιος, Προς Αντίοχον άρχοντα, PG 28, 701.
[24] Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους, PG 60, 415.
[25] Ο αυτός, αυτόθι, PG 60, 157.
[26] Ρωμ. 8, 18-22: «Λογίζομαι ότι ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημας»
[27] Ιωάννης Χρυσόστομος, αυτόθι, PG 60, 218.
[28] Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 60, 392.
[29] Ο αυτός, αυτόθι, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους, PG 60, 361.
[30] Ο αυτός, αυτόθι, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους, PG 60, 580.
[31] Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην, PG 124, 112.
[32] Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις, PG 94, 1193.
[33] Μέγας Βασίλειος, Περί του μη προσηλώσθαι τοις βιωτικοίς, PG 31, 561.
[34] Θεόκλητος Διονυσιάτης, Η Αγάπη, σ. 9.

«Στην Μητέρα»
Του Σεβ. Μητροπολίτου Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγου
Το σεπτό πρόσωπο της μητέρας ευρίσκεται και πάλιν στο επίκεντρο της λειτουργικής μας συνάξεως και προσευχής με αφορμή την σημερινή μεγάλη Δεσποτοθεομητορική εορτή της αγίας Υπαπαντής, όπου γιορτάζει και το σεβάσμιο πρόσωπο της μάνας. Ιερόν το έργον, δικαία η ευγνώμων αναφορά, ανεξόφλητο πάντοτε το χρέος στην μάνα Παναγία, στην μάνα του καθενός μας. Ενθυμούμεθα με απέραντη ευγνωμοσύνη την ατίμητη προσφορά Της στην ίδια την ζωή.
Μάνα, όνομα αληθώς ιερό και λειτούργημα θείο. Δώρο του Θεού πολυτίμητο και πηγή ευλογίας ανεξάντλητη. Μίλησαν κάποιοι σπουδαίοι για την ανθρώπινη ιστορία και είπαν πως αυτή γράφεται από τους άρχοντες, τους δυνατούς και τους νικητές.
Τι είναι όμως ιστορία; Μήπως δεν είναι τα πεπραγμένα των ανθρώπων που πάτησαν και βάδισαν πάνω στη γραμμή του χρόνου, καθώς και τα απότοκα των πεπραγμένων τους;
Και ποιος δεν άφησε το αποτύπωμα του βηματισμού του στο πέρασμά του από τη ζωή ή δεν σφράγισε τη ζωή των συνεχιστών της ζωής περισσότερο από την μάνα; Την κάθε μάνα;
Και μήπως όλες αυτές οι ατομικές διαδρομές, ενωμένες, δεν γεμίζουν τον ιστορικό χώρο και χρόνο; Αυτό συμβαίνει ασφαλώς με όλους τους διαβάτες αυτής της ζωής, άνδρες και γυναίκες.
Έχει ειπωθεί, και δικαίως, πως το λίκνο της ανθρωπότητας το ζωογονούν και το κινούν οι γυναίκες, και δη οι μητέρες. Ο κόσμος εν τέλει πλάθεται, εν πολλοίς, με την ιδέα και την εικόνα που έχουν οι μανάδες γι’ αυτόν. Και κυρίως με την προσφορά τους, συνώνυμη της ανιδιοτελούς και θυσιαστικής αγάπης.
Μάνα ονόμασαν οι φιλόσοφοι την ίδια την γη, καθώς παρά το ότι εμείς την πατούμε και την πληγώνουμε εκείνη συνεχίζει αμνησίκακα να μας προσφέρει άνθη και καρπούς.
Μάνα φιλόστοργο ονόμασαν οι θεηγόροι Απόστολοι και οι θεολόγοι Πατέρες μας την ίδια την Εκκλησία του Χριστοῦ καθώς λειτουργεί μέσα στο κόσμο μας αγαπητικώς, θεραπευτικώς και προστατευτικώς ως «όρνις επισυνάγουσα τα νοσσία εαυτής» (Μτθ. 23,37).
Μάνα λοιπόν, συνώνυμη της προσφοράς, της συγγνώμης, της χωρίς όρια αγάπης, του πλατυσμού, της δοτικότητος.
Όλη αυτή η μυστική και καρδιακή ενατένιση, με αφορμή την σημερινή ημέρα, έχει να κάνει πρωτίστως με το ιερό πρόσωπο της Μάνας Παναγίας, που σήμερα μας σύναξε γύρω από τη μνήμη Της.
Ήλθαμε με την ίδια προθυμία και πάλιν κοντά Της, εμείς τα παιδιά Της, με αφορμή την γιορτή Της, αλλά εφέτος με καρδιά πονεμένη.
Πάντοτε η φωνή της μάνας αντηχεί στα αυτιά μας ως κελάρυσμα στοργής και ελπίδος. Βάζουμε μπροστά την πίστη, την σκέψη, τις αναμνήσεις, τα βιώματα, για να βρούμε απαντήσεις που αφορούν στο πρόσωπο της μάνας μας.
Μάνα ακριβή, εσύ είσαι που συνομιλείς συνδημιουργικά με την ίδια την ιστορία και πιότερο με τον Δημιουργό της ανθρώπινης ιστορίας.
Δεν είσαι εσύ ένα αστέρι που περνά και φωτίζει για λίγο και χάνεται ανεπιστρεπτί. Τα πράγματα είναι τόσο αλλιώτικα στην ανθρώπινη ζωή όταν τα φωτίζει η πίστη σε Εκείνον, τον αιώνιο και αναλλοίωτο Θεό και Πατέρα μας, που έγινε για χάρι μας παιδί μίας μάνας σε αυτόν τον κόσμο.
Γιατί για κάθε παιδί σ’ αυτόν τον κόσμο, μικρό ή μεγάλο, η μάνα του είναι μία Παναγία. Σε κάθε παιδί αυτού του κόσμου ατέλειωτη χαρά, δύναμη και ασφάλεια δίνει το τρυφερό κάλεσμα της μάνας του. Παιδί μου! Αυτό λείπει όταν η μάνα φύγει. Και αυτή η έλλειψη πονά. Είναι μία ορφάνια, μία απουσία, ένα κενό που ποτέ δεν θεραπεύεται.
«Ω μάνα…βαθιά αγκαλιά, που ως ουρανός ανοίγει…», όπως θέλει και ο ποιητής τη δική του μητέρα.
Ψηλαφούμε τον ευλογημένο ίσκιο της μάνας σε κάθε βήμα της ζωής μας. Στο σεντούκι του πατρικού σπιτιού, στα «αρχαία συρτάρια της μάνας», από όπου αναδύονται μνήμες ιερές, αγνές, καθάριες, όπως τις διασώζουν ασπρόμαυρες ή και μεταγενέστερες έγχρωμες φωτογραφίες από οικογενειακές συγκεντρώσεις, γιορτές, γάμους, βαφτίσια, χαρές, από όπου, μαζί με τη μυρωδιά της παλαιότητας, αναδύονται σε μεγάλες δόσεις, αθωότητα, πίστη, ζεστασιά, οικειότητα και τόσες γλυκές αναμνήσεις από την ζεστασιά του γιορτινού ή κυριακάτικου τραπεζιού στο πατρικό σπίτι.
Για αυτό μπορούμε και κάνουμε όνειρα ακόμη και προχωρούμε στη ζωή μας, με την υγιή εκείνη εντιμότητα, εργατικότητα και αυτοεκτίμηση, που εκπορεύεται από την ζεστασιά ενός σπιτικού με την αυλή πάντοτε λουλουδιασμένη και τις καρδιές ανοιχτές. Ενός σπιτικού που μοσχοβολά Χριστό, αγάπη, απλότητα, που είναι θεμελιωμένο στην έννοια της μητρικής αγάπης, μίας αγάπης αλλιώτικης, κενωτικής, θυσιαστικής, με το «αχνό της ευλογίας χέρι».
Η ευχή και το άγρυπνο βλέμμα της μάνας ευλογεί και ασφαλίζει την σκέψη μας, την καρδιά μας, τις επιλογές και τους δρόμους που ακολουθούμε.
Πρώτιστη πάντοτε προσευχή, αγωνία, καρδιακή εξομολόγηση της μάνας, στην μεγάλη μάνα Παναγία, όταν καθημερινώς της ανάβει το καντήλι στο σπίτι και τα «λένε» ως μάνες που είναι, είναι ο ουρανός και ύστερα η έννοια της, τα παιδιά της να είναι καλά, να υπηρετούν – με ότι κάνουν – τον άνθρωπο με τιμιότητα και πλατειά καρδιά.
Πόσο συγκινητικά καθαροί και απλοί άνθρωποι, καρδιές που αναπαύεται ο Θεός και αναπαύουν και αυτές με τη σειρά τους τους ανθρώπους.
Τέτοιο αποτύπωμα αφήνει πάνω μας η μάνα. Και αν τώρα μας ρωτούσαν ποιανού απόγονοι είμαστε, θα δανειζόμασταν χωρίς δισταγμό τα λόγια του Σεφέρη και θα απαντούσαμε: «Είμαστε απόγονοι της μάνας που μας μίλησε ελληνικά, προσευχήθηκε ελληνικά, μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και ένιωθε η ψυχή της να βουρκώνει την Μ. Παρασκευή μπροστά στο ξόδι του Θεανθρώπου…».
Ναι, πρώτη εκείνη μας μίλησε για τα αποκαμωμένα βήματα του Χριστού προς τον Γολγοθά, για το λέντιο στη μέση, τον Σταυρό στους ώμους, την γεύση του όξους και της χολής στα χείλη.
Δεν προλάβαμε, όμως, να τρομάξουμε με αυτά, γιατί γρήγορα είδαμε στα γλυκά της μάτια το Φως της Ανάστασης, στο καλοσυνάτο της χαμόγελο την πηγαία χαρά, στην ίδια την ζωή της το νόημα της θυσίας και τότε εννοήσαμε τι σημαίνει το «δεύτε λάβετε Φως» της Αναστάσιμης Νύχτας.
Κι αν άνδρες έσκαψαν τον βράχο για το ζωηφόρο μνήμα του Δεσπότου Χριστού, άνδρες κι αν κύλησαν τον λίθο μπροστά του, γυναίκες όμως προέτρεξαν και συνάντησαν τη Ζωή στο κενό μνήμα και πάλι αυτές μαρτύρησαν για την Ανάσταση.
Και αν η ζωή δεν σχετίζεται με την ιστορία, και αν οι μανάδες που μαρτύρησαν την ζωή, που κουβαλούν μέσα τους και πάνω τους την ζωή και το φῶς, είναι απούσες από την ιστορία, τότε ποιος είναι παρών;
Ας είναι άγνωστες στους μεγάλους της γης. Ας είναι άσημες. Είναι γνώριμες, είναι οικείες στον Χριστό. Και ο Χριστός είναι παρών. Εκείνος με τα τρυπημένα από τα καρφιά του Σταυρού χέρια Του γράφει την ανθρώπινη ιστορία και από κοντά την υπομνηματίζουν και την διδάσκουν οι μάνες όλου του κόσμου.
Και εμείς είμαστε σε μεγάλο βαθμό η συνέχεια των μανάδων μας, κουβαλάμε την καταβολή τους, το αποτύπωμά τους, την ζεστασιά τους. Και αναμφίβολα το στίγμα αυτό χρωματίζει τον καμβά της ανθρώπινης ιστορίας.
Με την ευχή της Μητέρας, είτε είναι εδώ κοντά μας, είτε στον ουρανό, ας είναι αυτός ο καμβάς γεμάτος όμορφα χρώματα πίστεως και ανθρωπιάς και αρώματα ευλαβείας και καλοσύνης και κυρίως ελπίδα αναστάσεως για τον κόσμο μας.
Μάνα γλυκειά, μάνα θυσία, μάνα κουράγιο, μάνα αγάπη, μάνα προσευχή, μάνα ατέλειωτη υπομονή. Μάνα του κόσμου Παναγία, πολύτιμο στολίδι και απαντοχή.
Και τον Δεσπότη Χριστό, που χάρισε την μάνα μας και την Μάνα Του, την Παναγία στην ζωή μας ως λιμάνι ασφάλειας και ήλιο ολόφωτης θαλπωρής και στοργής, θέλουμε αφού Τον ευχαριστήσουμε με δοξολογική ευγνωμοσύνη να Τον παρακαλέσουμε ολόθερμα να έχει όλες τις μάνες του κόσμου στην αγκαλιά Του.
Πηγή: romfea.gr